drafting a will in cyprus

DRAFTING A WILL

As a general rule, any person who has reached the age of 18 and is of sound mind may draw up a valid will. For the drafting of a will, strict compliance with a specific legal form is required. On the one hand, a valid will must be in writing and must clearly express the intention of the testator. On the other hand, it must be signed at the end by the testator in the presence of at least two witnesses, who, by their own signatures, confirm the signing of the will by the testator as well as by both of them. It is of critical importance that the will is signed by the testator and the witnesses simultaneously and in each other's presence.

Furthermore, if the will consists of more than one sheet of paper, a necessary requirement for its validity is that each page is initialed by both the testator and the witnesses. The issue of complying with the form prescribed by law is of particular importance, as any omission cannot validate the will, even if oral testimony is presented before a Court. As regards the selection of witnesses, it is sufficient that they have legal capacity and that they are not included in the bequest, nor their children or spouses.

DISPOSABLE PORTION OF THE ESTATE

At this stage, it is appropriate to explain the distinction between the statutory portion and the disposable portion. The statutory portion refers to the part of the estate which cannot be disposed of by will. In other words, it is the portion of the estate that will be distributed as provided by law, regardless of the wishes of the testator upon execution of the will. By contrast, the disposable portion is the part which may be freely distributed by will.

It is therefore understood that the right to dispose of one's estate by will is not absolute. Absolute freedom of disposition over the entire estate exists only for persons who die unmarried, without children, and whose parents have predeceased them. Consequently, a testator who is married but childless may dispose only of one half (½) of their estate as they wish, since the other half will, by law, be inherited by their spouse under the statutory portion.

A greater limitation exists where, at the time of death, the testator leaves behind a child or a descendant of a child. In such cases, the testator may not dispose by will of more than one quarter (¼) of the total estate, as the remaining three quarters (¾) will be distributed to the legal heirs under the statutory portion. This legislative provision aims to protect and safeguard the inheritance rights of close relatives.

WHO MAY BE BENEFICIARIES

Bequests may be made in favour of both natural and legal persons, provided that they exist at the time of the testator's death. Therefore, such bequests are valid and enforceable, even if made subject to conditions, provided that the condition is not illegal, immoral, impossible to perform, or does not excessively restrict the free will of the beneficiary.

A conditional bequest may arise either by imposing conditions on the beneficiaries or by making the bequest dependent on their existence. For example, in the first case, a bequest of property may be made on the condition that it will not be sold for one year. In the second case, a bequest may involve leaving the entire estate to a spouse, subject to the condition that if the spouse is not alive at the time of the testator's death, the estate will pass to an organisation.

However, particular interest arises in relation to restrictions on bequests to religious organisations. According to the Law, a testator who is not Muslim and has relatives up to the third degree alive cannot make such a bequest, and if they do, it is void. An exception applies to bequests made at least three months before the testator's death. Therefore, a non-Muslim testator who wishes to leave property to a religious institution, while having at least one relative up to the third degree alive, must ensure that the will is made at least three months prior to their death for it to be valid and enforceable.

REVOCATION

In order for a will to be revoked, the Law expressly provides for specific cases. What is common to all cases is the requirement of intention on the part of the testator.

Firstly, a will may be revoked by drafting a subsequent will, in which the testator expressly revokes the previous one. Secondly, lawful revocation may occur through the drafting of a new incompatible will. The term "incompatible" means that the new will differs in content from the previous one and reflects a different intention of the testator.

Thirdly, a will is considered revoked if it is destroyed by the testator or by a person authorised by them, always in their presence. Finally, where the testator was unmarried and without children at the time of drafting the will and subsequently marries or has children, the Law, aiming to protect the inheritance rights of close relatives, considers the will to be revoked.

Η σύνταξη Διαθηκών στην Κύπρο

ΣΥΝΤΑΞΗ ΔΙΑΘΗΚΗΣ

Κατά κανόνα, κάθε πρόσωπο το οποίο έχει συμπληρώσει τον 18ο έτος της ηλικίας του και έχει σώας τα φρένας δύναται να καταρτίσει έγκυρη διαθήκη.  Για την κατάρτιση δε, διαθήκης, απαιτείται πιστή τήρηση συγκεκριμένου τύπου.  Αφενός, μία έγκυρη διαθήκη οφείλει να είναι γραπτή και να εμπεριέχει με σαφήνεια τη βούληση του διαθέτη.  Αφετέρου, πρέπει να υπογράφεται στο τέλος της από τον διαθέτη, στην παρουσία δύο μαρτύρων τουλάχιστον, οι οποίοι με την δική τους υπογραφή επιβεβαιώνουν την υπογραφή της τόσο από τον διαθέτη, όσο και αμφοτέρων.  Είναι κρίσιμης σημασίας η υπογραφή της διαθήκης από τον διαθέτη, αλλά και από τους μάρτυρες να γίνεται ταυτόχρονα και στην παρουσία αλλήλων.  Επιπλέον, εάν η διαθήκη αποτελείται από περισσότερα από ένα φύλλο χαρτιού, τότε απαραίτητη προϋπόθεση, για την εγκυρότητά της, αποτελεί η μονογραφή τόσο του διαθέτη αλλά και των μαρτύρων σε όλα τα φύλλα χαρτιού από τα οποία αποτελείται.  Το ζήτημα τήρησης του προβλεπόμενου από τον Νόμο τύπου είναι ιδιαίτερης σημασίας καθότι, τυχούσα παράλειψη δεν δύναται να διασώσει τη διαθήκη, ακόμη και αν προσαχθεί προφορική μαρτυρία ενώπιον Δικαστηρίου.  Όσον αφορά την επιλογή των μαρτύρων, εκείνοι αρκεί να έχουν δικαιοπρακτική ικανότητα και να μην περιλαμβάνονται στην κληροδοσία είτε οι ίδιοι, είτε τέκνα, είτε σύζυγοι αυτών.  

ΔΙΑΘΕΣΙΜΟ ΜΕΡΟΣ ΚΛΗΡΟΔΟΣΙΑΣ

Σε αυτό το στάδιο δόκιμο είναι να επεξηγηθεί η διάκριση της νόμιμης μοίρας από τη διαθέσιμη μοίραΝόμιμη μοίρα νοείται το μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας που δεν μπορεί να διατεθεί με διαθήκη.  Με άλλα λόγια, είναι το μέρος εκείνο της κληρονομιαίας περιουσίας, που θα διανεμηθεί όπως ορίζει ο νόμος, ανεξάρτητα από τη θέληση του διαθέτη κατά την εκτέλεση της διαθήκης του.  Αντίθετα, διαθέσιμη μοίρα είναι το μέρος εκείνο που μπορεί απρόσκοπτα να διανεμηθεί με διαθήκη.  

Όπως γίνεται αντιληπτό λοιπόν, το δικαίωμα διάθεσης περιουσίας με διαθήκη δεν είναι απόλυτο.  Απόλυτο δικαίωμα διάθεσης του συνόλου της περιουσίας τους έχουν μόνο άτομα τα οποία πεθαίνουν άγαμα, άτεκνα και των οποίων οι γονείς έχουν προαποβιώσει.  Συνεπώς, διαθέτης ο οποίος συντάσσει διαθήκη όντας συζευγμένος αλλά άτεκνος, δύναται να διανέμει μόνο το ½ της περιουσίας του όπως επιθυμεί, καθώς το άλλο ½ σύμφωνα με τη νόμιμη μοίρα δικαιωματικά θα λάβει το άτομο με το οποίο είναι συζευγμένος.  Ακολούθως, ακόμη μεγαλύτερος περιορισμός υφίσταται στις περιπτώσεις όπου ο διαθέτης κατά τον χρόνο του θανάτου του αφήνει εν ζωή τέκνο ή κατιόντα τέκνου.  Σε αυτή την περίπτωση, δεν δύναται να διαθέσει με διαθήκη περισσότερο από το ¼ του συνόλου της κληρονομιαίας του περιουσίας, καθώς τα λοιπά ¾ της περιουσίας θα διανεμηθούν στους νόμιμους κληρονόμους σύμφωνα με τη νόμιμη μοίρα.  Αυτή η νομοθετική πρόβλεψη έρχεται να προστατεύσει και να διασφαλίσει τα κληρονομικά δικαιώματα των στενών συγγενών.

ΠΟΙΟΙ ΚΛΗΡΟΔΟΤΟΥΝ

Κληροδοσίες λοιπόν είναι δυνατόν να αφορούν τόσο φυσικά, όσο και νομικά πρόσωπα, εφόσον αυτά είναι υπαρκτά κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη.  Επομένως, είναι καθ' όλα έγκυρες και ισχυρές, ακόμα και υπό αίρεση, εφόσον η αίρεση δεν είναι παράνομη, ανήθικη, αδύνατον να εκτελεστεί ή εφόσον δεν περιορίζει υπέρμετρα την ελεύθερη βούληση του κληροδόχου.  Κληροδοσία υπό αίρεση είναι δυνατόν να επισυμβεί, είτε με τον καθορισμό όρων στους κληροδόχους, είτε να εξαρτηθεί από την ύπαρξη αυτών.  Δηλαδή, σύμφωνα με την πρώτη περίπτωση, κληροδοσία υπό αίρεση θα μπορούσε να αποτελέσει η κληροδοσία ενός ακινήτου, υπό την αίρεση ότι δεν θα πωληθεί για ένα έτος.  Κατά τη δεύτερη περίπτωση,  κληροδοσία υπό αίρεση μπορεί να θεωρηθεί και η διάθεση του συνόλου της περιουσίας σε σύζυγο, υπό την αίρεση πως εάν αυτός δεν βρίσκεται εν ζωή κατά τον χρόνο του θανάτου του διαθέτη, η κληρονομιαία περιουσία θα διατεθεί σε κάποιο οργανισμό.

Ωστόσο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο περιορισμός για κληροδοσίες σε θρησκευτικούς οργανισμούς.  Σύμφωνα με τον Νόμο, διαθέτης ο οποίος δεν είναι μωαμεθανός και έχει μέχρι τρίτου βαθμού συγγενείς εν ζωή, δεν δύναται να προβεί σε κληροδοσία και αν το πράξει η κληροδοσία αυτή είναι άκυρη.  Εξαίρεση υφίσταται σχετικά με κληροδοσίες οι οποίες έλαβαν χώρα τουλάχιστον 3 μήνες πριν επέλθει ο θάνατος του διαθέτη.  Συνεπώς, μη μωαμεθανός διαθέτης ο οποίος διαθέτει περιουσιακό στοιχείο σε θρησκευτικό ίδρυμα, αφήνοντας έστω και έναν συγγενή μέχρι και τρίτου βαθμού, για να είναι έγκυρη και ισχυρή η κληροδοσία του, είναι απαραίτητο η διαθήκη να συνάχθηκε τρείς μήνες πριν τον θάνατό του τουλάχιστον.

ΑΝΑΚΛΗΣΗ 

Για να ανακληθεί μία διαθήκη, ο Νόμος προβλέπει ρητά συγκεκριμένες περιπτώσεις.  Το κοινό όλων των περιπτώσεων είναι ότι απαιτείται βούληση πρόθεσης του διαθέτη.  Αρχικά, ανάκληση διαθήκης γίνεται με σύνταξη μεταγενέστερης διαθήκης από τον διαθέτη, ο οποίος στη νεοσυνταχθείσα διαθήκη του, ανακαλεί ρητώς την προηγούμενη.  Δεύτερων, νόμιμη ανάκληση διαθήκης είναι δυνατή, με σύνταξη νέας ασυμβίβαστης διαθήκης από τον διαθέτη.  Με τον όρο 'ασυμβίβαστη' νοείται ότι η νέα συνταχθείσα διαθήκη διαφοροποιεί τη βούληση του διαθέτη από την πρώτη στο περιεχόμενό της.  Τρίτων, ανακληθείσα διαθήκη θεωρείται και διαθήκη η οποία καταστρέφεται από τον διαθέτη ή από εξουσιοδοτημένο από αυτόν πρόσωπο και πάντα στην παρουσία του.  Τέλος, όταν ο διαθέτης είναι άγαμος και άτεκνος κατά τον χρόνο σύνταξης της διαθήκης και μετέπειτα τελέσει γάμο ή αποκτήσει τέκνα, ο Νόμος επιδιώκοντας να προστατεύσει τα κληρονομικά δικαιώματα των στενών συγγενών, θεωρεί την διαθήκη ανακληθείσα.  

Latest News

  • Drafting a Will in Cyprus (2026)

    Published On: April 28, 20264.3 min read
  • Purchase and Sale of Property Without Title Deed

    Published On: October 31, 20252.6 min read
  • Unfair Clauses in Real Estate Agreements in Cyprus

    Published On: August 27, 20253.8 min read